αμοιβαίος

[амивэос] εκ. взаимный, обоюдный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμοιβαίος" в других словарях:

  • ἀμοιβαῖος — giving like for like masc nom sg ἀμοιβαῖος giving like for like masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμοιβαίος — α, ο (Α ἀμοιβαῖος, ον και ος, α, ον) αυτός που γίνεται ή δίνεται σε ανταπόδοση, που εναλλάσσεται ή ανταλλάσσεται με άλλον μσν. αυτός που απαντά όπως στον διάλογο αρχ. το ουδ. ως ουσ. ἀμοιβαῖα α) οι διάλογοι σε τραγωδία β) είδος λαϊκού τραγουδιού …   Dictionary of Greek

  • αμοιβαίος — α, ο επίρρ. α αυτός που υπάρχει ή γίνεται εναλλακτικά ή με ανταπόδοση: Η εκτίμηση είναι αμοιβαία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμοιβαῖον — ἀμοιβαῖος giving like for like masc acc sg ἀμοιβαῖος giving like for like neut nom/voc/acc sg ἀμοιβαῖος giving like for like masc/fem acc sg ἀμοιβαῖος giving like for like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοιβαῖα — ἀμοιβαῖος giving like for like neut nom/voc/acc pl ἀμοιβαῖος giving like for like neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοιβαῖοι — ἀμοιβαῖος giving like for like masc nom/voc pl ἀμοιβαῖος giving like for like masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοιβαῖαι — ἀμοιβαῖος giving like for like fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοιβαίως — ἀμοιβαί̱ως , ἀμοιβαῖος giving like for like adverbial ἀμοιβαί̱ως , ἀμοιβαῖος giving like for like masc acc pl (doric) ἀμοιβαί̱ως , ἀμοιβαῖος giving like for like adverbial ἀμοιβαί̱ως , ἀμοιβαῖος giving like for like masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοιβαίων — ἀμοιβαί̱ων , ἀμοιβαῖος giving like for like fem gen pl ἀμοιβαί̱ων , ἀμοιβαῖος giving like for like masc/neut gen pl ἀμοιβαί̱ων , ἀμοιβαῖος giving like for like masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀμοιβαῖα — ἀμοιβαῖα , ἀμοιβαῖος giving like for like neut nom/voc/acc pl ἀμοιβαῖα , ἀμοιβαῖος giving like for like neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.